Προφυλασσόμαστε!!! Προσέχουμε τους συνανθρώπους μας!!! Μένουμε Δυνατοί!!! Θα Νικήσουμε!!!

http://5dim-megars.blogspot.com/

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Το Πάσχα στα Μέγαρα

Σε λίγο μπαίνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Θα ζήσουμε τα Άγια Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου.
Όλοι μας γνωρίζουμε ότι κάθε τόπος έχει τα δικά του πασχαλινά ήθη και έθιμα. Ας θυμηθούμε, σήμερα, εμείς κάποια από τα ήθη και έθιμα του δικού μας τόπου, των Μεγάρων, παρμένα από τη Μεγαρική Λαογραφία.
Στα Μέγαρα, το Σάββατο του Αγίου Λαζάρου μικρά κορίτσια πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κρατώντας καλάθια στολισμένα με λουλούδια και τραγουδούσαν. Οι άνθρωποι τους έδιναν χρήματα, αυγά, στραγάλια και καραμέλες. Την Κυριακή των Βαΐων οι χριστιανοί παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία στην εκκλησία και μετά έπαιρναν "βάγια". Τα "βάγια" τα κρατούσαν τρεις ημέρες κρεμασμένα στην πόρτα του σπιτιού τους. Τα φύλλα της βάγιας τα χρησιμοποιούσαν ως μυρωδικό στα φαγητά.
Τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας οι κάτοικοι των Μεγάρων με ευλάβεια αγρυπνούσαν στις εκκλησίες και νήστευαν. Τη Μεγάλη Τετάρτη γινόταν το "Μεγάλο Ευχέλαιο" για να φτιάξουν οι γυναίκες το προζύμι της Εκκλησίας που το ζύμωναν με βαγιόνερο. Από το προζύμι αυτό της εκκλησίας έπαιρναν στη συνέχεια όλες οι ενορίτισσες για να φτιάξουν τις πασχαλινές σπιτικές κουλούρες. Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί τα παιδιά ,αφού μαζεύονταν σε παρέες δύο- τριών ατόμων, έβγαιναν στο δρόμο και έλεγαν σε κάθε σπίτι το"το μοιρολόι ή παρηγοριά της Παναγίας". Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια το "μοιρολόι της Παναγίας" έχει χαθεί ως έθιμο και σπάνια υπάρχουν παιδιά αυτή την ημέρα στο δρόμο.
Επίσης, τη Μεγάλη Πέμπτη οι Μεγαρίτισσες έβαφαν κόκκινα αυγά. Η σημασία του κόκκινου χρώματος είναι διπλή. Συμβολίζει το αίμα του Χριστού αλλά και τη χαρά της Ανάστασης. Το ένα από τα κόκκινα αυγά που το γέννησε μαύρη κότα το έβαζαν στο εικονοστάσιο του σπιτιού και το φύλαγαν όλο το χρόνο για το καλό. Τη βαφή των αυγών την έχυναν την ίδια μέρα ή ύστερα από σαράντα ημέρες. Τη νύχτα της  Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες ξενυχτούσαν στην εκκλησία το Χριστό, άναβαν τρία κεριά στον σταυρό του, ένα στο κεφάλι και δύο στα χέρια, τα οποία μόλις καίγονταν μέχρι τη μέση τα έσβηναν και έβαζαν άλλα. Αυτό γινόταν μέχρι το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής. Τα μισοκαμένα κεριά τα κρατούσαν.
Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί ζύμωναν "τσεραμιδόπιτες", δηλαδή πίτες ψημένες στο κεραμίδι και τις έτρωγαν όλη μέρα γιατί ήταν νηστίσιμες. Οι κοπέλες στόλιζαν τον "Επιτάφιο" και έβαζαν στοίχημα ποιος Επιτάφιος από τις τρεις εκκλησίες της πόλης θα στολιζόταν καλύτερα. Όλη μέρα οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα και οι άνθρωποι πήγαιναν στις εκκλησίες για να προσκυνήσουν τον Επιτάφιο. Το μεσημέρι γινόταν η "Αποκαθήλωση", κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Τη νύχτα γινόταν η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της συνοικίας, ενώ τα κορίτσια που ήταν μαυροφορεμένα παρίσταναν τις μυροφόρες και έψελναν τα Άγια Πάθη: "Η ζωή εν τάφω", "άξιον εστί", "αι γενεαί πάσαι". Το ίδιο συμβαίνει μέχρι τώρα. Ύστερα από σαράντα ημέρες ξεστόλιζαν τον Επιτάφιο και έπαιρναν τα λουλούδια και τα κεριά. Σήμερα τον Επιτάφιο τον ξεστολίζουν μετά από επτά ημέρες ή την ίδια μέρα. Τα λουλούδια και τα κεριά της Μεγάλης Παρασκευής, μαζί με τα κεριά της Μεγάλης Πέμπτης τα χρησιμοποιούσαν σαν φυλαχτά για πονοκεφάλους, ενώ οι ναυτικοί άναβαν τα μισοσβησένα κεριά στις θαλασσοταραχές για να κοπάσουν οι φουρτούνες και να σωθούν. Επίσης, τη Μεγάλη Παρασκευή οι κάτοικοι πήγαιναν στο νεκροταφείο, άναβαν κεριά και μοιρολογούσαν.
Το Μεγάλο Σάββατο, τα παλιά τα χρόνια, στη λειτουργία, εκεί που έψελναν το "Ανάστα ο Θεός" οι ιερείς μαζί με τους ψάλτες χόρευαν, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος τους έραινε με φύλλα βάγιας, έθιμο που έχει χαθεί σήμερα. Την ημέρα αυτή γίνονταν όλες οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Ψώνιζαν αρνιά, τρόφιμα και όλα τα απαραίτητα για τη Μεγάλη γιορτή. Στη συνέχεια όλοι οι χριστιανοί κάθονταν με κατάνυξη μέχρι να τελειώσει η λειτουργία της Ανάστασης, ψάλλοντας όλοι μαζί το "Χριστός ανέστη", άκουγαν τα Αναστάσιμα τροπάρια με ευχαρίστηση και στο τέλος κοινωνούσαν.   'Ύστερα με αναμμένες τις λαμπάδες γυρνούσαν στα σπίτια τους, έφτιαχναν σταυρούς στις πόρτες ψηλά με τον καπνό της λαμπάδας, άναβαν το καντήλι και έτρωγαν με όρεξη τη μαγειρίτσα.
Το επόμενο πρωί (Κυριακή του Πάσχα), άναβαν φωτιές στις γειτονιές πολλοί μαζί, σούβλιζαν τα αρνιά και το γλέντι κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ. Εκείνη τη μέρα δεν επιτρεπόταν να περπατούν οι άνθρωποι ξυπόλητοι γιατί μόνο η μάνα του Ιούδα περπατούσε έτσι. Οι μεγάλοι σε ηλικία εξέταζαν τα κόκκαλα των αρνιών που έτρωγαν και έδιναν διάφορες μαντείες. Ο κόσμος πίστευε πως την ημέρα της Ανάστασης ανασταίνονταν οι νεκροί από τον Άδη και ζούσαν σαράντα μέρες ελεύθεροι. Στη δεύτερη Ανάσταση το απόγευμα, κάποιος ειδικός έφτιαχνε με άχυρο ομοίωμα του Ιούδα, βάζοντας μέσα μπαρούτι, πετρέλαιο και εκρηκτικές ύλες. Έπειτα, το έκαιγε μπροστά στην εκκλησία, για το κάψιμο του Ιούδα.
Την δεύτερη μέρα του Πάσχα, μόλις τελείωνε η εκκλησία, τα παιδιά έφτιαχναν έναν σταυρό από λουλούδια και καλάμια, στολίζοντας τον με ένα κόκκινο μαντήλι και πήγαιναν στα σπίτια τραγουδώντας τα "Ρουσάλια" ("Να τα πούμε τα Ρουσάλια; Πες τε τα βρε παλικάρια. Να στα πούμε εσένα πρώτα, μου σε βρήκαμε στην πόρτα"), έθιμο που προέρχεται από τα Ιεροσόλυμα. Μία Μεγαρίτικη παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Σοφός Σολομώντας (972π.Χ) έκτισε τη μεγαλοπρεπή εκκλησία στα Ιεροσόλυμα κάλεσε στα εγκαίνια ανθρώπους από όλη την Οικουμένη για να τη δουν. Έτσι πήγαν και οι Μεγαρίτες και έφεραν αυτό το έθιμο στον τόπο τους.
Στα Μέγαρα κάθε Τρίτη του Πάσχα αναβιώνει το πανάρχαιο έθιμο του χορού της Τράτας, στην πλατεία της εκκλησίας του Άη Γιάννη του Γαλιλαίου, του επονομαζόμενου "Χορευταρά". Από νωρίς το απόγευμα της τρίτης μέρας του Πάσχα νέοι και νέες της πόλης των Μεγάρων συγκεντρώνονται στο χώρο αυτό, φορώντας τις παραδοσιακές στολές. Όταν η παρέα μεγαλώσει, με τη συνοδεία παραδοσιακών οργάνων αρχίζει ο χορός πρώτα από τις γυναίκες ,που κρατώντας τα χέρια τους χιαστί χορεύουν τον αργό τελετουργικό χορό της Τράτας.
Η μορφή του χορού και οι κινήσεις των γυναικών, σε συνδυασμό με την τοιχογραφία που βρέθηκε σε αρχαίο τάφο στην πόλη Ρούβου της Κάτω Ιταλίας περί το 400π.Χ και αναπαριστά πανομοιότυπο αρχαίο χορό, φανερώνει ότι ο χορός της Τράτας είναι η εξέλιξη του αρχαίου Όρμου. Ο αρχαίος Όρμος είναι ο χορός των πεπλοφόρων Παρθένων, που χόρευαν προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Κατά την περιγραφή του Λουκιανού, πρόκειται για έναν κυκλικό χορό στον οποίο επικεφαλής ήταν ένας έφηβος. Ο έφηβος αυτός έσερνε τις κοπέλες που χόρευαν με κινήσεις χαριτωμένες και σοβαρές.
Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο χορός της Τράτας ανανεώθηκε και καθιερώθηκε επί Τουρκοκρατίας. Τότε οι Μεγαρίτες, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα θρησκευτικά τους ήθη, θέλησαν να έχουν δικό τους τόπο λατρείας. Έτσι ζήτησαν από τον Τούρκο διοικητή να τους επιτρέψει να κτίσουν μία εκκλησία στο χώρο που σήμερα είναι το εκκλησάκι του Αι-Γιάννη. Ο Τούρκος διοικητής τους έδωσε την άδεια με την προϋπόθεση να τη χτίσουν αυθημερόν. Τότε, οι Μέγαρίτες μεταφέροντας τα υλικά χέρι με χέρι και εκτελώντας τη μία εργασία μετά την άλλη, με μόνο όπλο την πίστη τους και την ισχυρή θέλησή τους, κατάφεραν να ολοκληρώσουν το χτίσιμο της εκκλησίας μέσα σε μία ημέρα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου.
Για να γιορτάσουν το γεγονός, οι κοπέλες άρχισαν να χορεύουν τον χορό της Τράτας, ο οποίος καθιερώθηκε να χορεύεται την Τρίτη του Πάσχα. Το όνομά του πιθανότατα ο χορός το πήρε από τον τρόπο που πιάνονται τα χέρια των γυναικών (χιαστί), που μοιάζει με τον τρόπο ψαρέματος, την τράτα. Το χαρακτηριστικό τραγούδι του χορού είναι σε δίσημο ρυθμό, λέγεται "Λαμπρή Καμάρα" και έχει γιορταστικούς στίχους, όπως αρμόζουν στη μέρα που τραγουδιέται.
Πιο παλιά οι κοπέλες χόρευαν τραγουδώντας μόνες το τραγούδι χωρίς τη συνοδεία οργάνων, κάτι που καθιερώθηκε αργότερα και διατηρείται μέχρι σήμερα. Τα όργανα που συνόδευαν τον χορό της Τράτας ήταν παλιότερα ζυγιές από βιολί- λαγούτο ή βιολί- σαντούρι και σήμερα που το έθιμο έχει γίνει ένα λαϊκό πανηγύρι με τη συμμετοχή των αντρών, συνοδεύεται από όλα τα μουσικά όργανα που υπάρχουν στην περιοχή των Μεγάρων και των γύρω περιοχών.
Αυτά ήταν τα έθιμα των Μεγάρων. Κάποια από αυτά αναβιώνουν μέχρι σήμερα, ενώ κάποια άλλα δυστυχώς έχουν χαθεί με το πέρασμα των χρόνων. Ακολουθούν δύο παραδοσιακά τραγούδια που αναφέρθηκαν παραπάνω, το τραγούδι των κοριτσιών το Σάββατο του Λαζάρου και το "μοιρολόι της Παναγίας". Οι πληροφορίες που τα συνοδεύουν είναι στην τοπική διάλεκτο των Μεγάρων , όπως τις συνάντησα στις πηγές που ανέτρεξα κι έτσι θέλησα να τις μεταφέρω, για να μαθαίνουν οι μικροί και να θυμούνται οι μεγάλοι! Αγαπητοί μου αναγνώστες, σας εύχομαι , κλείνοντας, Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση!

Το Σάββατο του Λαζάρου
Εισαγωγικά: Την παραμονή των Βαγίωνε αυγή- αυγή βγαίνανε τα θηλυκά τσαι λέγανε τον Λάζαρο στα σπίτια. Κρατούσανε τσαι ένα καρτάλι τσαι, αφού τραγουδούσανε, ύστερα τις φιλεύγανε οι νοικοτσυράδες διάφορα φαγώσιμα, ως αυγά, κουλούρια τσαι άλλα πολλά. Στο τέλος λέγανε τα θηλυκά όλα μαζί "τσαι του χρόνου τον Λάζαρον, με γεια τα Βάγια". Τσαι οι νοικοτσυρες απαντάανε "τσαι του χρόνου, παρομοίως, χρόνια πολλά και καλή τύχη".
Το τραγούδι έλεγε:
                                                  'Ηρθε ο Λάζαρος
                                                 ήρθαν τα Βάγια
                                              ήρθε η τσουριατσή
                                               που τρων'τα ψάρια
                                       Κορασίδες μου στραβοκαθίστε
                                          να μαζέψωμε βερυκοτσίνι
                                         να παινέψουμε καλόν αφέντη
                                            Το μάθατε τι γίνη
                                         σήμερα στην Παλαιστίνη;
                                          Λάζαρος απελυτρώθη
                                       ανεστήθη τσαι σηκώθη.
                                    Τότε Μάρθα τσαι Μαρία
                                            πάγωμεν εις τα μνημεία
                                         τότε όλη η Βηθανία.
                                         Έβγα έξω Λάζαρέ μου                
                                         φίλε μου τσ 'αγαπητέ μου,
                                      ζωντανός σαβανωμένος
                                       τσαι με τσερί ζωσμένος
                                       Πες μας Λάζαρε τι είδες
                                         στον Άδη που επήγες;
                                           Είδα φόβους, είδα τρόμους
                                           είδα βάσανα τσαι πόνους.
                                      Δώστε μου νερό λιγάτσι
                                         να ξεπλύνω το φαρμάτσι,
                                         της καρδιάς μου των χειλέων
                                           τσαι μη με ρωτάτε πλέον.
                                          Τσαι χρόνια πολλά


Μοιρολόι της Παναγίας:
Εισαγωγικά: Τη Μεγάλη Παραστσευγή ήτανε όλοι θλιμμένοι τσαι το είχανε σε κακό να κάνουνε τσαι την παραμικρή δουλειά. Οι στράτες ήτανε έρημες τσαι μονάχα τα παιδία πηγαίνανε τσαι τσείνα λυπημένα, με παρακατιανά ρούχα ντυμένα, για να πούνε το τραγούδι της Παναγίας στα σπίτια. Δεν άκουε τότενες κανείς καμία άλλη φασαρία παρά τις καμπάνες, που χτυπάανε λυπητερά, για το Χριστό, τσαι τις κλαψιάρικες φωνές των παιδίωνε.
Το τραγούδι έλεγε: 
Σήμερα μαύρος ουρανός,
σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλα θλίβονται 
τσαι τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαναν βουλή
οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι τσαι τα στσυλιά 
τσ' οι τρις καταραμένοι,
για να σταυρώσουν τον Χριστό
τον πάντω Βασιλεα.
Ο Κύριος ηθέλησε
να μπη σε περιβόλι, 
να κάμη δείπνο μυστικό
για να τον λάβουν όλοι.
Τσ' η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της,
τις προσευχές της έκαμε
για τον Μονογενή της.
Φωνή εξήλθε εξ ουρανού
τσ' απ' Αρχαγγέλου στόμα:
Σώνουν Κυρά μ' οι προσευχές,
σώνουν τσαι οι μετάνοιες, 
γιατί τον γυιο Σου πιάσανε
τσαι στον χαλκά τον πάνε.
Σάμπως μου τον επιάσανε
τσαι που μου τονε πάνε;
Σαν κλέφτη τον επιάσανε
τσαι σα φονιά τον πάνε,
τσαι στου Πιλάτου τις αυλές
πολύ τον τυραγνάνε.
Χαλκιά χαλκιά φιάσε καρφιά
φιάσε τρία περόνια.
Τσαι τσείνος ο παράνομος
βαρεί τσαι φτιάχνει πέντε.
Συ, φαραέ, που τα έφτιασες 
πρέπει να μας διδάξης.
Βάλτε τα δυο στα χέρια Του
τσαι τ'άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το στην καρδιά Του,
να τρέξη αίμα τσαι νερό
να λιγωθή η καρδιά Του.
Η Παναγιά σαν τ΄άκουσε 
έπεσε τσαι λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο.
Τσαι σα' της ηρθ' ο λογισμός,
τσαι σα' της ηρθ' ο νους της
ζητάει μαχαίρι να σφαγή 
φωτιά να πάη να πέση,
ζητάει γκρεμό να γκρεμιστή
για το Μονογενή της.
Κάμε Κυρά μ' υπομονή,
λάβε Κυρά μου ανέση,
τσαι πως να κάμω υπεμονή
τσαι πώς να λάβω ανέση;
ένα Υιόν Μονογενή
τσαι τσείνον σταυρωμένο;
Η Μάρθα τσ' η Μαγδαληνή
τσαι του Λαζάρου η μάννα,
τσαι του Ιακώβου η αδελφή
τσ' οι τέσσερις αντάμα,
πιάκανε το στρατί- στρατί 
στρατί, το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τις έβγανε
μεσ' του ληστού την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστού
τσαι πόρτα του Πιλάτου.
Τσ' η πόρτα από το φόβο της 
ανοίγει μοναχή της. 
Κοιτά δεξιά, κοιτά ζερβά
κανένα δεν γνωρίζει,
κοιτά τσαι δεξιώτερα
λέπει τον άγιο Γιάννη.
Άγιε μου Γιάννη μαθητά
του γυιου μου ηγαπημένε,
μην είδες συ το γυιόκα μου
τσαι σε διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να σου πω,
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χέρι, πάλαμο,
για να σου τόνε δείξω.
Λέπεις ετσείνο το γυμνό,
τον παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο
στο αίμας βουτημένο;
όπου φορεί στη τσεφαλή
αγκαθινό στεφάνι;
Ετσείνος ειν' ο γυιόκας σου
τσαι με διδάσκαλός μου.
Τσ' η Παναγιά πλησίασε 
γλυκά να του μιλήση:
-Δε μου μιλής παιδάτσι μου;
δε μου μιλείς παιδί μου;
-Τι να σου πω μαννούλα μου
που διάφορο δεν έχω,
μόνο το Μέγα Σάββατο
κοντά το μεσημέρι,
που θα λαλήση ο πετεινός
σημαίνουν οι καμπάνες,
τοτε τσαι συ μαννούλα μου
θα 'χης χαρές μεγάλες.
Όποιος το λέει σώζεται
όποιος τ' ακούει αγιάζει
τσ' όποιος το καλοπαγκραστή
Παράδεισο θα λάβη.
Παράδεισο τσαι λίβανο
από τον Άγιο Τάφο.

Τσαι του χρόνου- καλή Ανάσταση



Βιβλιογραφία: "Μεγαρική Λαογραφία", Γεωργίου Σ. Τσορβά, Αρχιμανδρίτη, ιδιόχειρη έκδοση, Ιούνιος 2000.                              


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου